jest, scoff, χλευ-άζω, (χλεύη) A. jest, scoff, ἐπισκώπτων καὶ παίζων καὶ χ. Ar. Ra. 376 (lyr.); τοῖς καταγελῶσι καὶ χ. καὶ σκώπτουσι Arist. Rh. 1379a29 , cf. Plb. 4.3.13 , Cerc. 18 ii 5 , Phld.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
jest, scoff, χλευ-άζω, (χλεύη) A. jest, scoff, ἐπισκώπτων καὶ παίζων καὶ χ. Ar. Ra. 376 (lyr.); τοῖς καταγελῶσι καὶ χ. καὶ σκώπτουσι Arist. Rh. 1379a29 , cf. Plb. 4.3.13 , Cerc. 18 ii 5 , Phld.
to sneer χλευ-άζω, (χλεύη) jest, scoff, ἐπισκώπτων καὶ παίζων καὶ χ. [[ 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Ranae” 376 (Lyric poetry); τοῖς καταγελῶσι καὶ χ. καὶ σκώπτουσι 4th c.BC: Aristoteles Philo
revel, carousal, merry-making κῶμος,ὁ, A. revel, carousal, merry-making, εἰς δαῖτα θάλειαν καὶ χορὸν ἱμερόεντα καὶ ἐς φιλοκυδέα κ. h.Merc. 481 , cf. Thgn. 829 , 940 ; πίνειν καὶ κώμῳ χρᾶσθαι Hdt.
orgy κῶμος, ὁ, revel, carousal, merry-making, εἰς δαῖτα θάλειαν καὶ χορὸν ἱμερόεντα καὶ ἐς φιλοκυδέα κ. [[ “hymnus ad Mercurium” 481, compare 6th c.BC: Theognis Elegiacus 829, 940; πίνειν καὶ κώμῳ χρ
αὔξ-η , ἡ , = αὔξησις , dub. l. in Hp. Nat.Puer. 16 , the form preferred by Pl. ; σώματος αὔ. καὶ φθίσις R. 521e ; τὴν γένεσιν καὶ αὔξην καὶ τροφήν ib. 509b , cf. Chrysipp.Stoic. 2.157 : also in pl.,
salary ὀψώνιον,τό, (ὄψον, ὠνέομαι) A. salary, reckoned in money, τό τε ὀ. καὶ σιτομετρίαν καὶ τὸ ἔλαιον PCair.Zen. 507.5 , cf. 421.6 , 483.14 , 498.5 (alliii B. C.);ἵνα ἡμῖν ὀ. προστεθῇ καὶ σιτάριο
ψοθοιὸς ὁ ἀκάθαρτος Theognost. Can. 53 (given as oxyt.); πλέω γράσου καὶ ψοθοίου (here = ἀκαθαρσία and not oxyt.) καὶ ῥύπου γε καὶ ψόθου cited by Phot. perh. fr. Ar. (v. ad Fr. 892 / 3 ) and A. (cf. F
far-seeing, cautious εὐπρόσκοπος,ον, A. far-seeing, cautious, τὸ τῶν ἠθῶν εὐκινητότερον καὶ πολυτροπώτερον καὶ -πώτερον Ptol. Tetr. 173 ; cf.ἀπρόσκοπος(B). II. easily taking offence,ἀθύμῳ καὶ ἀσθε
hunger, famine πεῖνα, Ion. πείνη,ης,ἡ, A. hunger, famine, πείνη δ' οὔ ποτε δῆμον ἐπέρχεται Od. 15.407 ;πεῖνα( v.l. πείνη ) καὶ δίψα Pl. R. 585a ;δίψαν . . καὶ πεῖνανib. 437d ; δίψα καὶ πεῖνα Ar
knit συναρτ-άω, A. knitorjoin together, ς. γένος E. Med. 564 ; τὴν γῆν ἅμα καὶ τὴν θάλασσαν Luc. DDeor. 21.1 :— Pass. ,to be closely engaged, δύο περὶ μίαν καὶ ἔστιν ῇ̔ καὶ πλείους ναῦς . . ξυνηρ
γεννόν: ἀρχαῖον , Hsch. (perh. for ἕνον ); also, = κοῖλον , Id. γέννου: καὶ λάβε (cf. γέντο ) καὶ κάθιζε ( Cypr. ), Id. γεννόν: ἀρχαῖον, Hsch. (perh. forἕνον); also, A. = κοῖλον , Id.γέννου: καὶ λάβ
fit for πρακ-τικός,ή,όν, A. fit fororconcerned with action, practical, λεκτικοὶ καὶ π. καὶ μηχανικοί X. Mem. 4.3.1 ; φιλότεχνοι καὶ π. Pl. R. 476a ;ζωὴ π., βίος π., Arist. EN 1098a3 , Pol. 1325
πρόωφος: πρόσκοπος , Hsch. προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τῷ ἀναστήματι καὶ τῇ ἱππασίᾳ , Id. πρύανος: νέος , Id. πρόωφος: πρόσκοπος, Hsch. προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τ
σηνίκη: ἄτροχος ἅμαξα, καὶ τὸ τετράπουν ζῷον, σαύρᾳ παραπλήσιον. καὶ ζῷον πολύπουν, ὅμοιον τοῖς κατοικιδίοις ὄνοις , Hsch. σηνοῦροι: ταῖς οὐραῖς σαίνοντες , Id. σηνίκη: ἄτροχος ἅμαξα, καὶ τὸ τετράπουν
ὑποδενδρυάζω , = ὑποδῦναί που καὶ πτῆξαι ὑπὸ σκέπην , Phot. , Suid. ; but = τὸ ἐξ ἀφανοῦς καὶ αἰφνιδίως ἐπιφαίνεσθαι , Hsch. :—cf. ὑποδελεάζω. ὑποδενδρυάζω, A. = ὑποδῦναί που καὶ πτῆξαι ὑπὸ σκέπην ,
ψαινούζειν: διὰ ῥ.πισμοῦ καταψύχειν. γὰρ δὲ καὶ δραπισμοῦ, Id. (Fort. ψαινυθίζειν: διὰ ῥιπισμοῦ κ., γῥάφεταἰ δὲ καὶ διὰ πρισμοῦ καταψήχειν. ) ψαινούζειν: διὰ ῥ.πισμοῦ καταψύχειν. γὰρ δὲ καὶ δραπισμοῦ,
avia. αἶα(B)ὑπὸ Κυρηναίων τηθὶς καὶ μαῖα, καὶ ἀδελφὴ Κρήτης: καὶ φυτόν τι. ἔτι δὲ ὁ καρπὸς αὐτῷ ὁμώνυμος, EM 27.24 . (Possibly cogn. with Lat. A. avia.)
finish blooming, ἀπανθ-έω, A. finish blooming, Thphr. HP 1.13.3 , al.;fade, Hp. Genit. 9 : mostly metaph., Ar. Ec. 1121 ; ἀνανθεῖ . . καὶ ἀπηνθηκότι καὶ σώματι καὶ ψυχῇ Pl. Smp. 196a ; so in Aris
twisted, distorted, διάστροφ-ος,ον, A. twisted, distorted, δ. καὶ ἔμπηρα καὶ ἀπόπληκτα Hdt. 1.167 ; μορφὴ καὶ φρένες δ. A. Pr. 673 , cf. S. Aj. 447 ; ὀφθαλμός Id. Tr. 794 ; δ. κόρας ἑλίσσους'
aerumnosus ἐρυμνῶδις(sic): λύπην καὶ φλεγμονὴν παρέχων, ἢ ὑπερήφανον, Hsch. (cf. Lat. A. aerumnosus).Ἐρυμός: Ζεύς, καὶ ζυγός, καὶ ζεύγλη,Id. (cf.ῥυμός).ἐρύμυλον: τὸν μεγάλως μυκώμενον ταῦρον(leg.ἐρύ
sight, spectacle θεώρ-ημα,ατος,τό, A. sight, spectacle, λόγοι καὶ θεωρήματα D. 18.68 ; θ. καὶ ἀκροάματα Aristox. Fr. Hist. 15 ; θ. καὶ ἀκούσματα D.C. 52.30 : generally,festival, ὅσα Μουσῶν ὠσὶν
κἀ , crasis for καὶ ἐ , i.e. καὶ ἐμ ( = ἐν ), Herod. 2.62 ( κἠμ corr.m.rec.). κἀ, crasis forκαὶ ἐ, i.e.καὶ ἐμ( A. = ἐν ), Herod. 2.62 (κἠμcorr.m.rec.).
sharing in common, community κοινότης,ητος,ἡ, A. sharing in common, community, τῶν γυναικῶν καὶ παίδων καὶ τῆς οὐσίας Arist. Pol. 1274b10 ;ἡ περὶ τὰ τέκνα κ. καὶ τὰς γυναῖκαςib. 1266a34 ;κ. φωνῆς c
cooked πεπτ-ός,ή,όν, A. cooked, E. Fr. 467.4 ; ἄλφιτα καὶ π. σῖτα PCair.Zen. 698.1 (iii B. C.); ἑφθὰ καὶ ὀπτὰ καὶ π. Plu. 2.126d .